«εὐχαῖς καί ἱκετηρίαις»
Δημοσιεύθηκε 20.02.2025
Οἱ πιστοί στό Θεό ἔχουμε ἱερό καθῆκον νά προσευχόμαστε γιά ὅλους ἐκείνους πού μετέβησαν ἀπό τήν παροῦσα πρόσκαιρη ζωή στήν αἰώνια πατρίδα (Ἑβραίους ια΄, 14) καί ζωή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί προηγήθηκαν στό ταξίδι τῆς αἰωνιότητος. Ἰδιαίτερα ὀφείλουμε νά προσευχόμαστε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Ὅσοι δέν σκέπτονται τούς κεκοιμημένους, ἐπειδή δέν πιστεύουν, ἔχασαν τήν πίστη, ἀλλά ὅσοι πιστεύουν καί δέν τούς βοηθοῦν μέ τίς προσευχές τους, ἔχασαν τήν ἀγάπη.
Πιστεύουμε, ὅτι τά λουλούδια μαραίνονται, τά δάκρυα ἐξατμίζονται καί μόνο οἱ προσευχές μας ὑψώνονται στό θρόνο τοῦ Θεοῦ κι ἔχουν ἀποτέλεσμα. Ἡ Ἐκκλησία μέ τήν θέσπιση τοῦ Ψυχοσαββάτου πρό τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω πού εἶναι ἀφιερωμένη στήν μέλλουσα κρίση μᾶς δίδει τήν εὐκαιρία νά ἐκδηλώσουμε τήν πίστη καί τήν ἀγάπη μας γιά ὅλους τούς προκοιμηθέντες πατέρες καί ἀδελφούς, νά ἑνωθοῦμε μέ τά ὑπόλοιπα μέλη τῆς Ἐκκλησίας γιά νά παρακαλέσουμε γιά τήν ἀνάπαυση ὅλων τῶν «ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως καί ζωῆς αἰωνίου μεταστάντων»
Μέ τίς προσευχές μποροῦμε ν’ ἀνακουφίσουμε ἐκείνους, πού σύμφωνα μέ τή δικαιοτάτη κρίση τοῦ Θεοῦ ἔχουν ἀνάγκη. Ἄν βλέπαμε ἕνα ἀγαπητό πρόσωπο νά ὑποφέρει δέ θά τοῦ δίναμε ὅ,τι μᾶς ἦταν εὔκολο νά τό ἀνακουφίσουμε; Ἄς κάνουμε τό ἴδιο μέ τίς προσευχές γιά τούς κεκοιμημένους ἀδελφούς πατέρες, μητέρες, ἀδελφούς, συζύγους, ἀναδόχους στήν πίστη, διδασκάλους καί εὐεργέτες.
Οἱ Χριστιανοί πιστεύουμε α΄. στήν μετά τόν θάνατο ζωή, β΄. στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, γ΄. στόν θάνατο σωματικό, πνευματικό, αἰώνιο, δ΄. στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ε΄. στήν μέλλουσα κρίση στ΄. στόν Παράδεισο καί στήν Κόλαση
Μόλις ἐπέλθει ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα ἡ ψυχή παρουσιάζεται στόν Πλάστη, ὅπως ἡ ἄκτινα στό κάτοπτρο, καί τοποθετεῖται ἀνάλογα μέ τήν κατάστασή της. Ἄν εἶναι σέ κατάσταση χάριτος εἰσέρχεται στή δόξα τοῦ Θεοῦ καί προγεύεται τήν αἰώνιο εὐτυχία γι’αὐτό καί οἱ Ἅγιοι ἀποκαλοῦνται «Ἔνδοξοι, Μάρτυρες, Ἱεράρχες, κλπ». Ἄν ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητοι ἡ ψυχή προγεύεται τόν αἰώνιο ἀποκλεισμό ἀπό τήν δόξα καί τήν χαρά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Ὅλοι πάντως ἔχουμε ἀνάγκη τῆς μακροθυμίας καί τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ γιά νά συγχωρηθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας ἐφ’ ὅσον κατά τήν πίστης μας οὐδείς εἶναι ἀναμάρτητος ἔστω καί ἄν εἶναι ἡ ζωή του μία ἡμέρα.
Γι’ αὐτό τό λόγο παρακαλοῦμε τόν Δικαιοκρίτη Κύριο γιά ὅλες τίς ψυχές ἐπειδή δέν γνωρίζουμε σέ ποιά κατάσταση εὑρίσκονται.
Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς κοινωνίας τῶν ἁγίων μᾶς λέγει ὅτι μποροῦμε νά βοηθήσουμε τούς κεκοιμημένους, γιατί ἐξακολουθοῦμε ὅλοι νά ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα μέ ἀρχηγό καί κεφαλή τόν Χριστό. Τά διάφορα μέλη, πού βρίσκονται ἑνωμένα μέ τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μποροῦν νά ἀλληλοβοηθοῦνται. Τό ἕνα μπορεῖ νά φροντίζει καί νά βοηθεῖ τό ἄλλο.
Ἔτσι μᾶς διδάσκει ἡ πίστη. Αὐτό παραλάβαμε ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρας.
Στήν Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε πώς ὅταν πέθανε ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Ἀαρών προσφέρθηκαν ἐπί τριάντα ἡμέρες θυσίες στόν Θεό (Δευτερονομίου λδ’, 8). Στόν θάνατο τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων Σαούλ καί τῶν τριῶν παιδιῶν του ὅλος ὁ λαός τῶν Ἰουδαίων νήστευσε ἑπτά ἡμέρες (Α΄ Βασιλειῶν λα΄, 13). Ὁ Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος, ἀρχηγός τῶν Ἰουδαίων μετά ἀπό μία πολύνεκρη μάχη συνάθροισε ἀπό τούς στρατιῶτες πού ἀπέμειναν σεβαστό ποσό χρημάτων καί τό ἔστειλε στήν Ἱερουσαλήμ γιά νά προσφέρουν θυσίες στόν Θεό γιά νά συγχωρηθοῦν ἐπειδή ὁ Θεός φανέρωσε ὅτι εἶχαν ἁμαρτήσει παραβαίνοντας τήν ἐντολή Του νά μή προσκυνήσουν εἴδωλα καί νά ἀναπαυθοῦν οἱ ψυχές, ἐκείνων πού ἔπεσαν στή μάχη (Β΄ Μακκαβαίων ιβ΄, 39-45)
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος σέ ἕνα λόγο τοῦ πρός τόν λαό τῆς Ἀντιοχείας ἔλεγε:
«Καί βοηθεῖν, ὡς οἷόν τε ᾖ οὐ δακρύειν, ἀλλ’ εὐχαῖς καί ἱκετηρίαις καί ἐλεημοσύναις καί προσφοραῖς»
Δηλαδή: «Πρέπει νά βοηθοῦμε τούς νεκρούς ὄχι μέ τά δάκρυα, ἀλλά μέ τίς προσευχές μας» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Α΄ Πρός Κορινθίους Ἐπιστολή, (ΜΑ΄) PG 61, 361)
Ἔχουμε, βέβαια ὑποχρέωση νά μή λησμονοῦμε ὅλους τούς νεκρούς μέ τούς ὁποίους ἔχουμε συνδεθεῖ μέ τούς δεσμούς αἵματος καί φιλίας, ἀλλά δέν πρέπει νά λησμονοῦμε καί ὅλες τίς ἐγκαταλελειμμένες ψυχές, γιά τίς ὁποῖες κανείς δέν προσεύχεται ξεχωριστά. Γιά ὅλες αὐτές ἡ Ἐκκλησία σάν στοργική καί φιλότεκνη Μητέρα παρακαλεῖ τό θεῖο Ἵδρυτή της σέ κάθε θεία λειτουργία πού τελεῖται νά τίς δεχθεῖ «ἐν χώρα ζώντων», ἐκεῖ ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου Του ἐπειδή πιστεύουμε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἀπέθανε καί ἀνέστη καί ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἄξει σύν αὐτῶ» (Θεσσαλονικεῖς Α΄, δ΄, 13).