Ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος
Μέ τόν Κύριός μας Ἰησοῦ Χριστό ὁ ἄνθρωπος ὑπερνικᾶ τόν θάνατο καί ἀνέρχεται στόν οὐρανό καί, σύμφωνα πρός τήν βιβλική διδασκαλία, «καθέζεται ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»! Καί, ὅπως θαυμάσια εἶπε ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, «εἶδον Ἀρχάγγελοι ὁ πάλαι ἐπεθύμουν, τήν φύσιν τήν ἡμετέραν ἀπό τοῦ θρόνου ἀστράπτουσαν τοῦ βασιλικοῦ, δόξη καί κάλλει στίλβουσαν ἀθανάτω (Ἰωάννου Χρυστόμου, Ὁμιλία εἰς τήν Ἀνάληψιν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 50, 448). Διότι εἶπε ὁ Θεός, κατά τό ψαλμικό, «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου» πρός τήν φύσιν ἐκείνην τήν ἀκούσασαν ἄλλοτε τό «Γῆ εἰ καί εἰς γῆν ἀπελεύσει» (Γενέσεως γ΄, 19).
Στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στήν Ἀνάληψή Του βλέπουμε ὄχι μόνον τήν ψυχή Του, ἀλλά καί τό σῶμα Του, τό ἀνθρώπινο καί ἀληθινό νά δοξάζεται καί νά τιμᾶται. Καί πάρα πολύ δίκαια, διότι τό ἀνθρώπινο σῶμα εἶναι τό πολύτιμο σκεῦος, ἐντός τοῦ ὁποίου φυλάσσεται ἡ θεία «εἰκών» τοῦ Πλάστου, κατοικεῖ ἡ πνοή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τό σκεῦος, γιά τήν πλάση τοῦ ὁποίου ἔδειξε ἰδιαίτερη φροντίδα ὁ Θεός, κατά τήν βιβλική διδασκαλία. Καί αὐτό χρησιμεύει ὡς τό ἀπαραίτητο ὄργανο, μέ τό ὁποῖο ἡ πνευματική ψυχή ἐκδηλώνεται στόν κόσμο καί πραγματοποιεῖ τόν σκοπό, γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε, δηλαδή τήν βαθμιαία σχετική Θέωση καί μέ αὐτή τήν δόξα τοῦ Δημιουργοῦ.
Ἡ Ἁγία Γραφή διάσπαρτα καί σ’ ἄλλες πολλές περιπτώσεις ἐκδηλώνει τήν ἐκτίμησή της πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖ σεβασμό καί εὐλαβῆ φροντίδα. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε τήν ρητή ἀπαγόρευση τοῦ φόνου τόσον στόν μωσαϊκό Δεκάλογο, ὅσο καί σέ μία προγενέστερη ἀπειλητικώτατη δήλωση τοῦ Θεοῦ πρός τόν Νῶε, ὅτι «ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντί τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται» (Γενέσεως θ΄, 6) καί, ἀκόμη πολύ προηγουμένως, στήν τρομερή ἐκείνη κατάρα τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἀδελφοκτόνο Κάϊν. Ἐπί πλέον δέ στίς διατάξεις τοῦ Λευϊτικοῦ αὐστηρά ἀπαγορεύεται στούς Ἑβραίους τό νά κάνουν «ἐντομίδας» καί «γράμματα στικτά» στά σώματά τους, καί πολύ δίκαια, διότι ἀπαιτεῖται σεβασμός πρός τό ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ, τό ὁποῖον ἐπ’ οὐδενί λόγω εἶναι ἀνεκτό νά ἀσχημίζει ὁ ἄνθρωπος.
Στήν Καινή Διαθήκη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρό πάντων, ἀπαιτεῖ ἀπό τούς χριστιανούς νά σέβωνται τά σώματά τους, τά ὁποῖα προτρέπονται νά παραστήσουν «Θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῶ» (Πρός Ρωμαίους ιβ΄, 1), προφυλάσσοντας αὐτά ἀπό κάθε μολυσμό, πού προέρχεται ἀπό τήν σαρκική, πρό παντός, ἁμαρτία. «Ναόν δέ τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄ Πρός Κορινθίους. στ΄, 19) καί «Ναόν Θεοῦ» (Α΄ Πρός Κορινθίους γ΄, 17) ὀνομάζει τό σῶμα τῶν εἰς Χριστόν βατιτισθέντων ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, προωρισμένον γιά τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ: «Δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν» (Α΄ Πρός Κορινθίους στ΄, 20). Καί συνιστᾶ, ὅτι πρέπει ὁ καθένας νά γνωρίζει «τό ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῶ καί τιμῇ» (Α΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς δ΄, 4), ἀπειλεῖ ὅτι θά ἐλθει φθορά σ’αὐτούς πού φθείρουν τό σῶμα: «Εἰ τίς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός» (Α΄ Πρός Κορινθίους γ΄, 17).
Ἀκόμη ἡ Ἱερή Βίβλος καί ἴδια ἡ Καινή Διαθήκη κηρύσσει τήν μέλλουσα καθολική ἀνάσταση τῶν ἀνθρώπινων σωμάτων, μέ νέα μορφή ἄφθαρτη καί ἀνώτερη ἀπό τίς σημερινές συνθῆκες τῆς ζωῆς, ὥστε ὁλοκληρωμένος ὁ Ἄνθρωπος ν’ ἀπολαύσει τίς συνέπειες τῆς διαγωγῆς του στόν κόσμο αὐτό.
Κατά τήν πνευματοφόρα πατερική σκέψη ὁ Θεός δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπος γιά νά θεωθεῖ.
Καταγράφουμε μερικά ἀποσπάσματα ἀπό τήν σκέψη τῶν Πατέρων τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας πού ἀναφέρονται στό θέμα αὐτό μέ θελογική σαφήνεια ἀλλά καί δογματική ἀκρίβεια.
«Ἄς γίνουμε ὅπως ὁ Χριστός, ἐφόσον καὶ ὁ Χριστός ἔγινε ὅπως ἐμεῖς. Ἄς γίνουμε θεοὶ γι᾿ αυτόν, ἐφόσον κι Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Πῆρε τό χειρότερο, γιά νά δώσει τό καλύτερο. Φτώχεψε, γιά νά πλουτίσουμε ἐμεῖς μὲ τή δικὴ Του φτώχεια. Ἔλαβε μορφὴ δούλου, γιά νά ἀπολαύσουμε ἐμεῖς τήν ἐλευθερία. Κατέβηκε γιά νά ὑψωθοῦμε. Πειράσθηκε, γιά νά νικήσουμε» (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος).
« Ἔγινε Υἱός ανθρώπου, ἐνῶ ἦταν γνήσιος Υἱός τοῦ Θεοῦ, γιά νά κάνει τοὺς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τέκνα Θεοῦ» (Ἰωάννης Χρυσόστομος).
«Γι’ αὐτὸ γίνεται ἀληθινὰ ἄνθρωπος, γιά νά μᾶς κάνει κατὰ χάρη θεοὺς» (Μάξιμος Ὁμολογητής).
«Ἰησοῦ, νὲε Ἀδάμ, ξὲντυσε μὲ τόν παλιὸ ἄνθρωπο, καί ντῦσε μὲ Ἐσένα τόν νέο Ἰησοῦ πού ἔγινες πραγματικὰ ἄνθρωπος, κάνε με μὲ τή χάρη Σου μέτοχο τῆς δικῆς Σου θεώσεως»(Νικόδημος Ἁγιορείτης).
«Αὐτὸς ἐνανθρώπισε γιά νά θεοποιηθοῦμε ἐμεῖς» (Μ. Ἀθανάσιος).
«Ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μᾶς θεοποιήσει στόν ἑαυτὸ Του» (Μ. Ἀθανάσιος).