«᾿Αρχαία γὰρ ἦν ἡ ἐντολή»
Δημοσιεύθηκε 26 Φεβρουαρίου 2026
Περίοδος ἐντόνου πνευματικῆς ἀσκήσεως εἶναι ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς· περίοδος νήψεως, πνευματικῆς καί σωματικῆς νηστείας.
Ἡ πατερική σκέψη κατανόησε καί κατέγραψε τό νόημα τῆς νηστείας γιά τόν πιστό ἄνθρωπο, χωρίς ὑπερβολές καί ἀκρότητες, καί τήν ἐνέταξε μέσα στήν Ἱερά Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
῾Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς νηστείας: «᾿Αναγκαστήκαμε νὰ νηστέψουμε, ἐπειδὴ δὲν νηστέψαμε, καὶ μᾶς κατενίκησε ἡ ἐπιθυμία τῆς γεύσεως τοῦ καρποῦ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως. Διότι ἡ ἐντολὴ ἦταν παλιὰ καὶ σύγχρονη μ᾿ ἐμᾶς, ἕνα μέσο διαπαιδαγωγήσεως τῆς ψυχῆς καὶ σωφρονισμοῦ ἀπὸ ἀπολαύσεις. Τὴν ἐλάβαμε μάλιστα εὔλογα γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε, ἀφοῦ τὴν τηρήσουμε, ἐκεῖνο ποὺ χάσαμε, ἐπειδὴ δὲν τὴν τηρήσαμε» (Λόγος ΜΕ´ εἰς τὸ Πάσχα Ε. Π. Ε., τ. 5, σελ. 214). Περὶ τῆς ἀξίας αὐτῆς ὁμιλεῖ ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος· «Μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν καὶ διδάσκαλος τῆς σωφροσύνης καὶ κάθε ἄλλης ἀρετῆς» (῾Ομιλία Α´ εἰς τὴν Γένεσιν, Ε. Π. Ε., τ. β´, σελ. 14 ).
Οἱ Πατέρες διευκρινίζουν ὅτι ἀληθὴς νηστεία εἶναι ἡ παράλληλος πρὸς τὴν ἀποχὴ τῶν τροφῶν, ἀποχὴ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας. ῾Η ἀποχὴ ἀπὸ τὰ κακά χαλιναγωγεῖ τὸν θυμό, διδάσκει τὴν ἐπιείκεια καὶ τὴν πραότητα, ἔχει συντετριμμένη τὴν καρδιά. Πρέπει νὰ εἶναι μετριόφρων, ἥσυχος, ἥμερος, ταπεινὸς καὶ νὰ περιφρονῆ τὴν δόξα τῆς παρούσης ζωῆς. Νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ἐξομολογῆται στὸν Θεό, καὶ ὅσο μπορεῖ νὰ βοηθῆ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν ἐλεημοσύνη. ( Ἰ. Χρυσοστόμου, ῾Ομιλία Η´ εἰς τήν Γένεσιν, Ε. Π. Ε. τ. 2 σελ. 208-210).
῾Η νηστεία εἶναι φάρμακο, ἀλλὰ τὸ φάρμακο ὅσο καὶ ἂν εἶναι ὠφέλιμο, πολλὲς φορὲς γίνεται ἄχρηστο ἐξ αἰτίας τῆς μὴ σωστῆς χρήσεως αὐτοῦ, ποὺ τὸ χρησιμοποιεῖ. Πρέπει νὰ γνωρίζη τὸν χρόνο στὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐπιθέση τοῦτο, τὴν ποσότητα τοῦ φαρμάκου, τὴν κατάστασι τοῦ σώματος, ποὺ πρόκειται νὰ τὸ πάρη, καὶ τὴν φυσικὴ τοῦ τόπου κατάστασι, τὴν ὥρα τοῦ ἔτους, τὴν κατάλληλο δίαιτα τοῦ ἀσθενοῦς καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀπὸ τὰ ὅποῖα, ἂν κάτι παραλειφθῆ, θὰ βλάψη ὅλα τὰ ἄλλα. (Ἰ. Χρυσοστόμου, Λόγος Γ´ Εἰς τὴν ἀποδημίαν τοῦ ᾿Επισκόπου Φλαβιανοῦ, Ε. Π. Ε., τ. 32, σελ. 26, στίχ. 17-25).
῾Ο ῞Αγιος Βασίλειος ἔχει δύο ὁμιλίες περὶ νηστείας στὶς ὁποῖες συνοψίζει τὴν διδασκαλία τῆς ᾿Εκκλησίας μας περὶ αὐτῆς. (Ε. Π. Ε., τ. 6, ἡ Α´ ῾Ομιλία σελ. 22-52, ἡ Β´ ῾Ομιλία σελ. 54-74). Στὴν πρώτη ὁμιλία γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῆς ἀληθοῦς καὶ τῆς ψευδοῦς νηστείας καὶ ἐκτίθενται οἱ προϋποθέσεις τοῦ πιστοῦ γιὰ τὴν τήρησι τῆς νηστείας, λέγοντος, ὅτι αὐτὴ νομοθετήθηκε στὸν Παράδεισο καὶ συνεπῶς εἶναι «συνηλικιῶτις τῆς ἀνθρωπότητος» καὶ ὅτι ὅλες οἱ μεγάλες προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐνήστευαν. ῾Η ζωὴ στὸν Παράδεισο εἶναι εἰκόνα τῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐξ αὐτοῦ ἔξωσις τοῦ ἀνθρώπου σχετίζεται μὲ τὴν παράβασι τοῦ νόμου τῆς νηστείας. ῾Ο ἄνθρωπος μὲ τὴν νηστεία ὀφείλει ν᾿ ἀποκτήση ὅ,τι ἔχασε. ῾Η νηστεία εἶναι ἀντίθετος μέ κάθε ὑλική ὑπερβολή, ποὺ εἰσῆλθε στὴ ζωὴ μας μετὰ τὴν ἀποτυχία μας νὰ πραγματοποιήσουμε τὴν τελείωσή μας. Πρότυπα νηστευτῶν εἶναι· ῾Ο Μωϋσῆς, ὁ Σαμψών, ἡ ῎Αννα, μητέρα τοῦ προφήτου Σαμουήλ, ὁ Δανιήλ, ὁ ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ τέλος ὁ Κύριος, ὁ ῾Οποῖος μὲ τὴν νηστεία καθώπλισε τὴν σάρκα στὰ παλαίσματα κατὰ τοῦ διαβόλου.
Ἡ νηστεία, ὡς ὅπλο τοῦ πιστοῦ κατὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, ἀναπτύσσεται στήν δεύτερη Ὁμιλία. Καὶ στὶς δύο ὁρίζεται ὡς ἀληθὴς νηστεία ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὡρισμένες τροφὲς καὶ ἡ ἀλλοτρίωσις ἀπὸ τὰ κακὰ, «ἔργῳ καὶ λόγῳ». ῾Η πρώτη χώρις τὴν δεύτερη δὲν ἔχει καμμία ἀξία καὶ χαρακτηρίζεται ᾿Ιουδαϊκή. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν νηστεία ἀπέρριψαν οἱ Προφῆτες καὶ ὁ Κύριος, ὡς ψευδῆ. Καὶ στὶς δύο ὁμιλίες τονίζεται ἡ καθολικότητα τῆς νηστείας, διότι ἀφορᾶ ὅλους.
Τονίζουμε ὅτι ἡ νηστεία προβάλλεται ἀπὸ τὸν ῞Αγιο Βασίλειο ὡς καθολικὴ ἐγκράτεια τοῦ πιστοῦ καὶ σὰν ἀσκητικὴ τοποθέτησι αὐτοῦ ἔναντι τῶν ὑλικῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀποφύγη ὁ πιστὸς νὰ ὑποταχθῆ σ᾿ αὐτὰ καὶ νὰ προσανατολίση τὴν βούλησί του στὸν Θεό καὶ νὰ ὑποτάξη αὐτὴ στὸ θέλημα Του.
Μὲ τὴν νηστεία ὁ ῞Αγιος προσπαθεῖ νὰ καταπολεμήση καὶ νὰ περιορίση τὰ κακὰ τῆς μέθης καὶ τῆς ἀκολασίας καὶ γενικώτερα τὴν χλιδὴ τοῦ βίου τῶν ἀνθρώπων, παράλληλα νὰ διαπλάση ἕνα τύπο ἀνθρώπου, ποὺ νὰ ἔχη τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς λιτότητος, τῆς ἁπλότητος, τῆς σοβαρότητος, τῆς ἀξιοπρεπείας· ἕναν ἄνθρωπο ἐλεύθερο κατὰ τὸ φρόνημα ἀπὸ τὰ κοσμικὰ στοιχεῖα, ἄξιο τέκνο τῆς θείας εἰκόνος.

