«γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν»
Δημοσιεύθηκε 5 Φεβρουαρίου 2026
Νηστεύω σηµαίνει ἀπέχω ἀπό κάθε φυσική τροφή. Στήν Καινή Διαθήκη συνδέεται µέ τό πένθος (Ματθαίου 9:14-15) καί τήν προσευχή (Λουκᾶ 2:37, Πράξεων 14:23). Σ’ αὐτές τίς περικοπές ἡ νηστεία συνόδευε τήν προσευχή σάν ἐπιβεβαίωση τῆς προσπάθειας κάποιου νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ νηστεία δέν προσφέρει κανένα πλεονέκτημα ὅσον ἀφορᾶ στή σωτηρία, οὔτε προσδίδει στόν χριστιανό μεγαλύτερη περιωπή µπροστά στόν Θεό. Ὁ Φαρισαῖος καυχιόταν ὅτι νήστευε δυό φορές τήν ἑβδομάδα: ὅµως, αὐτή ἡ νηστεία δέν μπόρεσε νά τοῦ ἐξασφαλίσει τή δικαίωση, πού τόσο ἀποζητοῦσε (Λουκᾶ 18:12, 14). Ὅταν ὅµως ἕνας χριστιανός νηστεύει μυστικά καί τό κάνει σάν πνευματική ἄσκηση, ὁ Θεός βλέπει καί ἀνταµείβει. Στήν Καινή Διαθήκη ἐνθαρρύνεται µέ τήν ὑπόσχεση τῆς ἀνταµοιβῆς ἀπό τόν Θεό, βοηθώντας κάποιον στή ζωή του ἀφαιρώντας του τήν νωθρότητα ἤ τή νύστα, ὥστε νά µπορεῖ νά προσευχηθεῖ ἀδιαλείπτως.
Ἡ δύναμή της εἶναι ἀνεκτίµητη σέ κρίσιµες περιόδους, ὅταν ὁ πιστός προσπαθεῖ νά διακρίνει τό θέληµα τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας µεγάλη ἀξία στήν καλλιέργεια τῆς αὐτοπειθαρχίας. Χάνει ὅμως ἐντελῶς τήν ἀξία της ὅταν ἐπιβάλλεται ἀπ’ ἔξω ἤ ὅταν ὑποκινεῖται ἀπό λάθος κίνητρα.
Σάν ὅπλα τῆς πίστεως παρουσιάζονται στή περικοπή τῆς θεραπείας τοῦ παιδιοῦ, πού εἶχε καταληφθεῖ ἀπό δαιμονικό πνεῦμα (Μάρκου θ΄, 14-29), ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία. Ὅπλα τόσο ἀπαραίτητα γιά τήν ζωή τοῦ πιστοῦ ἰδιαίτερα στήν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὅταν οἱ Μαθητές ρώτησαν τόν Ἰησοῦ «κατ’ ἰδίαν», γιατί δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό παιδί, ἡ ἀπάντησή Του ἦταν: «τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ» (Μάρκου θ΄, 29).
Ὁ Χριστός ἐφιστᾶ τήν προσοχή τῶν Μαθητῶν στήν προσευχή στή νηστεία ὡς ὅπλα τῆς πίστεως κατά τοῦ Πονηροῦ, θέλει νά παρουσιάσει τή δική Του τακτική ὡς παράδειγμα στούς Μαθητές Του. Δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό δαιμονισμένο παιδί, γιατί ἡ πίστη τους ἦταν λειψή, γιατί εἶχαν ἀμελήσει τήν προσευχή καί τή νηστεία.
Δέν πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνιδιοτελής πάλη τοῦ ἀνθρώπου κατά τῶν πονηρῶν δυνάμεων, ὄχι ἀπό τό «ἐγώ» τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἀπό ἀλλοῦ πρέπει νά ἀντλήσει τήν πίστη καί τή δύναμη. Ἡ προσευχή μᾶς συνδέει μέ τήν πηγή ἐκείνη τῆς δυνάμεως πού καθαίρει τό ἐγώ μας, τό ὑποτάσσει καί τό κατευθύνει πρός τή δημιουργία μιᾶς νέας ζωῆς. Εἶναι τόσες οἱ ἐπιρροές ἐπάνω στό ταλαίπωρο ἐγώ μας, πού, ἄν δέν συνδεθεῖ διά τῆς προσευχῆς σέ μία συνεχή ἐπαφή καί ἐπικοινωνία μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά διεξαγάγει νικηφόρο πόλεμο κατά τοῦ Πονηροῦ. «Τό γένος τοῦτο οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μή ἐν προσευχῇ» (Μάρκου θ΄, 29). Ἡ προσευχή σημαίνει ὅτι ἡ πάλη πού κάνουμε εἶναι ὄχι μόνο δικός μας ἀγώνας, ἀλλά καί ἀγώνας τοῦ Θεοῦ κατά τοῦ Πονηροῦ, κι ὅτι, ὅση κι ἄν εἶναι ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ, ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού ἕλκει ἡ προσευχή, εἶναι μεγαλύτερη.
Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει συνδέσει τήν προσευχή καί τή νηστεία μέ τήν οὐσία της ὀρθόδοξης εὐσέβειας. Οἱ ἅγιολι μας ἦταν ὅλοι ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας.
Τό νά στεροῦμε τό ἐγώ μας ἀπό τήν ἱκανοποίηση ὁρισμένων ἐπιθυμιῶν του, αὐτό εἶναι μία ἄσκηση καί γυμνασία ἀπαραίτητη γιά τόν ἀγώνα μας κατά τοῦ κακοῦ. Ἔτσι κατανοοῦσε πάντοτε ἡ Ἐκκλησία τή σημασία τῆς νηστείας στή ζωή μας. Ὅπως οἱ ἀθλητές περνοῦν ἀπό ὁρισμένη δίαιτα πρίν τούς ἀγῶνες, ἀπό πολύ προσεκτικώτερη καί οὐσιαστικώτερη δίαιτα πρέπει νά περάσει ἐκεῖνος πού ἔχει ἀναλάβει ἕνα πνευματικό ἀγώνα. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἐκδήλωση ἀρνήσεως τῆς ζωῆς ἤ τῶν ἱκανοποιήσεών της. Εἶναι μόνο προσωρινή στέρηση, μέ σκοπό τήν ἄσκηση τοῦ «ἐγώ», τήν κάθαρση καί τήν ἐνδυνάμωσή του γιά ψηλότερες καί οὐσιαστικώτερες κατακτήσεις καί ἱκανοποίησεις μέσα στή ζωή. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἄρνηση, εἶναι θέση. Μόνο ὡς θέση ἡ νηστεία ἔχει χριστιανικό χαρακτήρα. Ὡς ἄρνηση τή νηστεία γνωρίζουν ἄλλες θρησκεῖες, ὄχι ὁ Χριστιανισμός.
Στό ἀγωνιστικό ἔργο μας κατά τοῦ Πονηροῦ τήν πίστη στηρίζουν καί προάγουν ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία, ἡ κοινωνία μέ τή δύναμη τῆς ἁγνότητας καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ἡ πρόθυμη διάθεση νά στερηθοῦμε τήν ἱκανοποίηση πολλῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἀφοῦ αὐτό ἀσκεῖ καί προάγει τίς δυνάμεις μας στόν ἀγώνα κατά τοῦ κακοῦ.
Μέ τό τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στό τέρμα τοῦ ἀγώνα τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ δική τους ἀνάσταση καί ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου μέ τό βασίλειο τοῦ Θεοῦ.

